Θα έλεγε κανείς ότι η ζωγραφική του ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ είναι μία πραγματεία θανάτου, άν δέν θυμόταν τόν Βataille και τη δική του πραγματεία για τον ερωτισμό και το θάνατο, ή την άποψη της Julia Cristeva οτι ο έρωτας είναι η αναζήτηση, ο σκοπός του θανάτου. Η εικαστική αναφορά στα έργα του ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ θα ήταν ίσως τα σχέδια του αυστριακού Reiner, αλλά μόνο για τίς νεκρικές του μάσκες. Κι ενώ ο Reiner είχε ιδεολογική σχέση με τον De Sade και με την τάση του Body – Art, o MIXAΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ είναι ελεγειακός.Το όραμα του θανάτου είναι η συνειδητοποίηση του παράλογου.
Επειδή η ιδέα της κόλασης δε λειτουργεί πιά, ένας Ιερώνυμος Μπός θάπρεπε να προσαρμοστεί στα καθ’ ημάς. Και η κόλαση θα ήταν μιά κάποια λύση. Οι συμβολιστές του 19ου αιώνα αναζητούν το υπαρξιακό νόημα εκφράζοντας με τα οράματα τους τις επιρροές απο τη θρησκευτική μυστικοπάθεια των προηγουμένων αιώνων. Και ο De Chirico ζωραφίζει ακατοίκητες εκτάσεις χωρίς ανθρώπους, επισημαίνοντας το τεράστιο κενό, το παράλογο και θα επηρεάσει αργότερα τους σουρρεαλιστές.
Στα παληότερα έργα του Μιχάλη Παπαδόπουλου το φώς εκμηδενίζοντας το χρώμα προβάλλει τις επιτυμβιακές φόρμες, αρχαία αγάλματα ή μνήμες. Τώρα τα καθημερινά ερεθίσματα – πληροφορίες καταστροφής επιβάλλουν μία άλλη θεώρηση στον καλλιτέχνη. Τι είναι λοιπόν το ανθρώπινο σώμα; Πού “η βρωτών σωτηρία”; O άνθρωπος έγκλειστος, περιορισμένος, προωρισμένος για την υπέρτατη αλλοτρίωσή του. Αν σ’αυτά όλα υπάρχει κάποια εγκεφαλικότητα πρέπει να πούμε ότι είναι εκ των υστέρων. Η έκφραση είναι εικαστική. Το όραμα του καλλιτέχνη μοιάζει με των κλασσικών σουρρεαλιστών: να κινητοποιήσει το παράλογο, να ανασύρει το μυστικό έρεβος των ονείρων μας. Οι νεκρικές του μάσκες, επιτύμβια και Φαγιούμ μιάς άλλης εποχής, έχουν την αυτοειρωνεία των “Cadavres Exquis”, των σουρεαλιστών.
Ομως ο θάνατος δεν είναι μιά πόζα. Είναι ένα γεγονός, ένα φυσικό γεγονός που φαίνεται ν’αντιμετωπίζεται διαλεκτικά σαν μία διαδικασία της ύλης. Εικαστικά εκφράζεται με την ταύτιση των χρωμάτων του τοπίου και της ανθρώπινης – νεκρικής φόρμας.