Κείμενα

 Στην αίθουσα των ”Νέων Μορφών”παρουσιάζεται ένας νέος ζωγράφος ο Μιχάλης Παπαδόπουλος, αδελφός νεώτερος του γνωστού ζωγράφου Νώντα Παπαδόπουλου.

Ο  Μιχάλης Παπαδόπουλος, έχει πάρει μέρος σε τέσσερις Πανελλήνιες εκθέσεις. Η παρουσίαση τώρα, σε πρώτη ατομική έκθεση, έχει περιλάβει εργασία του 1973 γύρω και πάνω στην μελέτη του της ανθρώπινης φιγούρας σε ομαδική και εδώ – η μόνη σχέση με της Ουντινόττι τα ανθρώπινα σύνολα – συμβολική έννοια, στάσης και κίνησης. Πολλά από τα μελετήματα αυτά φτάνουν στήν επίτευξη μιά δραματικής συνύπαρξης σ’ένα ενιαίο μέτωπο κοινής αγωνίας, μοίρας, πεπρωμένου, επιβολής. Σ’άλλα ο ζωγράφος ερευνά χωρίς καταστάλαγμα, μέσα στην ρευστότητα της στάσης και της κίνησης αυτών των ανθρωπίνων συνόλων.

   Ντιάνα Αντωνακάτου (κριτικός τέχνης) , ”Ημερησία”

Έκθεση Ιανουάριος 1974 Gallerie  “ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ”

Στήν ανίχνευση ενός ΄΄άλλου μύθου΄΄ αφοσιώνει την ζωγραφική του ο Μιχάλης Παπαδόπουλος στίς ΄΄Νέες Μορφές΄΄.

Εδώ τα περάσματα γίνονται ανάμεσα στο ΄΄φυσικό΄΄ τοπίο, τον χτιστό κόσμο του Παπαδόπουλου μοιάζει να συγγενεύει μ’αυτόν που βρίσκουμε σε μερικά σχέδια του Μούρ κι ακόμα με τα έργα του Αγγλου και πάλι  ” Εϋρτον” (που είχαμε δεί πρίν χρόνια στο Χίλτον) χωρίς βέβαια να χάνεται ο προσωπικός τόνος που προβάλλει σάν μιά γνήσια αίσθηση απλότητας. Αυτή η απλή ματιά είναι που ενεργεί και τελικά δίνει σε μερικά έργα, όχι μόνο μιά φανερή χάρη αλλά και μιά ενδιαφέρουσα αίσθηση του μνημειακού.

Έφη Ανδρεάδη  στο  “ΒΗΜΑ”

Έκθεση Ιανουάριος 1974 ΓΚΑΛΕΡΙ “ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ”

Θα έλεγε κανείς ότι η ζωγραφική του ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ είναι μία πραγματεία θανάτου, άν δέν θυμόταν τόν Βataille και τη δική του πραγματεία για τον ερωτισμό και το θάνατο, ή την άποψη της Julia Cristeva οτι ο έρωτας είναι η αναζήτηση, ο σκοπός του θανάτου. Η εικαστική αναφορά στα έργα του ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ θα ήταν ίσως τα σχέδια του αυστριακού Reiner, αλλά μόνο για τίς νεκρικές του μάσκες. Κι ενώ ο Reiner είχε ιδεολογική σχέση με τον De Sade και με την τάση του Body – Art, o MIXAΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ είναι ελεγειακός.Το όραμα του θανάτου είναι η συνειδητοποίηση του παράλογου. […]

Κριτική Βεατρίκης Σπηλιάδη
“ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ”

Γκαλερί “ΚΡΕΩΝΙΔΗΣ”, Ιανουάριος 1979

Η ζωγραφική του Παπαδόπουλου είναι μιά ιδιαίτερη περίπτωση. Δίνει αφορμή να μεταφερθούμε σ’ ένα άλλο χώρο, που σπάνια ανοίγεται στην εποχή μας. Δέν μιλάμε για επιτεύγματα, δεν αναφερόμαστε σε εικαστικές καταξιώσεις, στεκόμαστε στο είδος του μηνύματος του. Συνειδητά ή ασυνείδητα τον απασχολούν, υπαρξιακοί προβληματισμοί, ανακατεμένοι με μεταφυσικές επιρροές και σύγχρονες θλιβερές εμπειρίες,και μια βιωματική διάθεση μηδενισμού.

Ο Νίκος Αλεξίου, κριτικός Τέχνης,  “Ριζοσπάστης” 15-2-1979

Έκθεση Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1979 GALLERI ΚΡΕΩΝΙΔΗΣ

ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΟΥ ΜΙΧ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Και οι ζωγράφοι, όπως και οι συγγραφείς, ζωήν γράφουν. Και οι δύο ”σχεδιάζουν” – γιατί και το γράμμα σημαίνει σχέδιο – δηλαδή αυτοσχεδιάζουν, ”φυγάδες θεόθεν  και αλήται” , για να θυμηθούμε τον Εμπεδοκλή.

[…]

Ο συγγραφέας Πάρις Τακόπουλος γράφει στο Περιοδικό  ”ΖΥΓΟΣ” του Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 1979.

Έκθεση Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1979 GALLERIE ΚΡΕΩΝΙΔΗ

ΣΤΟ ΡΥΘΜΟ ΜΙΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΗΣ ΜΕΛΩΔΙΑΣ

Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Το ενδιαφέρον του για τη ζωγραφική άρχισε σε μικρή ηλικία. Μαθήτεψε κοντά στον αδερφό του, τον ζωγράφο Νώντα Παπαδόπουλο και παρακολούθησε τμήματα της Γκράντ Σομιέρ, στο Παρίσι. Δέχτηκε ποικίλες επιδράσεις, τις οποίες αφομοίωσε, ενώ πήρε μέρος σε μια σειρά ατομικών και ομαδικών εκθέσεων.

[…] 

Η Ιστορικός τέχνης Βίκυ Σαρακατσιανού γράφει στο περιοδικό ΙΔΑΝΙΚΟ ΣΠΙΤΙ.

Mάρτιος 1998 – Έκθεση GALERY “TITANIUM”  

Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ είναι μια ειδική ποιητική περίπτωση ζωγράφου, όπως πρέπει να είναι όλων των αυθεντικών καλλιτεχνών. Η τέχνη είναι γι’αυτόν, μια ανάγκη, μια συνεχής ανίχνευση και ως εκ τούτου μια ανανέωση.

[…]

Γράφει ο συγγραφέας Πάρις Τακόπουλος.

Έκθεση Μάρτιος 1998 GALLERIE “TITANIUM”

O ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ξεκίνησε ώς σχεδιαστής και ζωγράφος, έχοντας σπουδάσει στήν Académie de la Grande Chaumière του Παρισιού. Καλλιτέχνης που απ’τήν αρχή εμβάθυνε στίς ποιότητες, στίς εσωτερικές εντάσεις, στούς τονικούς συσχετισμούς του χρώματος και στον διάλογο επιφανείας και βάθους των πεδίων που δημιουργούσε, πέρασε γρήγορα στίς δομοκατασκευαστικές αντιλήψεις της φόρμας. Μιάς φόρμας που συνδύαζε, απ’την μιά πλευρά την αναφορικότητα στο συγκεκριμένο με την αφαιρετική τυπολογία και από την άλλη πλευρά την δωρική αυστηρότητα με τον φωτοτροπικό ρυθμό στα έργα του.  Τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά του εντοπίζονται σε πολλά απο τα σχέδια και την ζωγραφική της πρώτης του περιόδου. 

[…]

Γράφει η Κριτικός και Ιστορικός Τέχνης  Αθηνά Σχινά.

Έκθεση Μάρτιος 2004 GALLERIE “TITANIUM” 

Τα πρώιμα ζωγραφικά έργα του Μιχάλη Παπαδόπουλου μεταφέρουν ένα αίσθημα αποξένωσης, μια υπαρξιακή μοναξιά και αγωνία, τη σύγχρονη αλλοτρίωση που συναντάμε και στη Γλυκιά ζωή (1960) του Fellini. Η κατακερματισμένη πραγματικότητα και τα αδιέξοδα των ανθρώπων του θρυμματισμένου Δυτικού κόσμου συνθέτουν το σκηνικό –το κοινωνικό και αισθητικό πλαίσιο– μέσα στο οποίο δρουν οι ανώνυμοι ήρωες του Παπαδόπουλου, αλλά και ο ίδιος ο ζωγράφος. Οι μορφές στα έργα της πρώτης του έκθεσης, στην γκαλερί «Νέες Μορφές» το 1974, μοιάζουν μαρμαρωμένες, σαν απολιθωμένα ίχνη ανθρώπινων υπάρξεων, σαν θραύσματα μιας τοιχογραφίας που σε καλεί να την ανασυνθέσεις. Είναι φασματικές και άφυλες, τα κεφάλια τους παραπέμπουν σε κυκλαδικά ειδώλια. Τα περιγράμματα των μορφών δεν είναι ολοκληρωμένα, η μία μορφή εισέρχεται μέσα στην άλλη. Παρουσιάζονται κατά ομάδες και είναι ενωμένες, όπως οι αλυσοδεμένοι της αλληγορίας του σπηλαίου στην Πολιτεία του Πλάτωνα. Ζωγραφισμένα με ακρυλικά χρώματα σε καμβά και σε χαρτί, τα έργα του είναι φτιαγμένα με το υλικό των ονείρων. Είναι εικόνες διαποτισμένες από μια γλυκιά μελαγχολία, μια σιωπηλή αντίσταση. Η ζωγραφική του Παπαδόπουλου εκφράζει την ανάγκη αναπνοής σε μια ασφυκτική κοινωνία. 

Μετά το 1974, στη Μεταπολίτευση, ο Παπαδόπουλος δημιουργεί κλειστοφοβικές εικόνες. Το γαλάζιο του ουρανού έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Οι φιγούρες παρουσιάζονται και πάλι κατά ομάδες, αλλά τώρα είναι πιο καλοσχηματισμένες, έχουν αποκτήσει όγκο και υπόσταση. Μοιάζουν να είναι εγκλωβισμένες ή φυλακισμένες σε έναν καφκικό κόσμο. Σχεδόν πάντα συνδιαλέγονται και συνυπάρχουν με ψηλά, απρόσωπα κτίρια, σκαλωσιές ή παράξενες αρχιτεκτονικές κατασκευές, που φέρνουν στο νου τον Πύργο της Βαβέλ. Τα μπρουταλιστικά οικοδομήματα που ζωγραφίζει δεν έχουν παράθυρα και πόρτες, θυμίζουν ταφικά μνημεία, γιαπιά, πολεμικά οχυρά ή ειδικά σχεδιασμένες φυλακές όπως το Πανοπτικό. Ο Παπαδόπουλος μας μιλάει για τα σύγχρονα, νεκροζώντανα υποκείμενα που ζουν στις μεγαλουπόλεις: για τον φόβο της επαφής και το σύνδρομο της αγέλης, για το πλήθος και την άγρια μοναξιά και ερημιά.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ζωγραφίζει πολυεπίπεδες χάρτινες κατασκευές, ανοιχτά κουτιά, τα οποία, βαλμένα το ένα πάνω στο άλλο, σχηματίζουν πύργους. Πάνω και μέσα σε αυτά τα κουτιά τοποθετεί φιγουρίνια, στρατιωτάκια και ξύλινες διακοσμητικές κούκλες. Σε κάποια έργα οι ζωγραφισμένες κατασκευές ακουμπούν σε μια επιφάνεια καλυμμένη από ελληνικές εφημερίδες. Σε άλλα, ο καλλιτέχνης σφηνώνει μέσα στα χαρτόκουτα χοάνες από φύλλα εφημερίδων ή ζωγραφίζει χάρτινα καραβάκια από το ίδιο υλικό. Όπως και στα έργα της δεκαετίας του ’70, φτιάχνει πολλά προπαρασκευαστικά σχέδια σε χαρτί –«κοσμικά» ή «αεροδυναμικά» τα ονομάζει– καθώς και παραλλαγές.

Το επόμενο βήμα για τον Παπαδόπουλο ήταν να εγκαταλείψει τη ζωγραφική του τελάρου και να βγει στις τρεις διαστάσεις, δημιουργώντας επιτοίχιες κατασκευές με το ίδιο θέμα, αλλά και κάποια γλυπτά. Χρησιμοποιώντας ξύλο, αλουμίνιο, σύρμα, χαρτόνι και πολυεστέρα, σε συνδυασμό με ζωγραφική, φτιάχνει μια μεγάλη ενότητα έργων, πάνω στην οποία συνεχίζει να δουλεύει μέχρι σήμερα. Η χοάνη, η κυψέλη, το κουτί, η σκάλα-κλίμακα και οι ξύλινες διακοσμητικές φιγούρες αποτελούν τα κυρίαρχα μοτίβα, το λεξιλόγιο του καλλιτέχνη. Με τις κατασκευές αυτές, που παρουσιάζει στις δύο επόμενες ατομικές του εκθέσεις στην γκαλερί Titanium, το 1998 και το 2004, ο Παπαδόπουλος κατάφερε να αποδομήσει τον ζωγραφικό χώρο, να τον αναπαραγάγει και να τον πολλαπλασιάσει. Οι συνθέσεις με τις λευκές χοάνες, που θυμίζουν επίσης τους πειραματισμούς των Ρώσων κονστρουκτιβιστών, δημιουργούν αρνητικό χώρο, πολλά και διαφορετικά κενά. Για τον Παπαδόπουλο, το εικαστικό έργο τέχνης, σαν ένα μουσικό όργανο, παράγει «εξαίσιους ήχους», όχι όμως απαραίτητα αντιληπτούς. Μέσα από τις χοάνες του ακούγονται ψαλμοί, αλλά και ο ήχος της φύσης και του τοπίου.

 

Χριστόφορος Μαρίνος

Αθήνα, Μάρτιος 2025