ΣΤΟ ΡΥΘΜΟ ΜΙΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΗΣ ΜΕΛΩΔΙΑΣ

Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Το ενδιαφέρον του για τη ζωγραφική άρχισε σε μικρή ηλικία. Μαθήτεψε κοντά στον αδερφό του, τον ζωγράφο Νώντα Παπαδόπουλο και παρακολούθησε τμήματα της Γκράντ Σομιέρ, στο Παρίσι. Δέχτηκε ποικίλες επιδράσεις, τις οποίες αφομοίωσε, ενώ πήρε μέρος σε μια σειρά ατομικών και ομαδικών εκθέσεων.

Από τα πρώτα κιόλας έργα του, που κινούνταν στο πνεύμα του υπερρεαλισμού, ήταν έντονο το αίσθημα της απομόνωσης και της εσωτερικής μοναξιάς.  Παρουσίαζε ερειπωμένους τοίχους με ξεθωριασμένες από το χρόνο, τοιχογραφίες, που απεικόνιζαν ανθρώπινες μορφές ν’αναδύοντας σε τοπία όπου κυριαρχούσε η απεραντοσύνη της θάλασσας και της φύσης.

Τη δεκαετία του ’80, οι υπαρξιακοί προβληματισμοί και οι μεταφυσικές του ανησυχίες πληθαίνουν. Το έργο του αποκτάει μεγαλύτερες συμβολικές διαστάσεις και αρχίζουν να διαφαίνονται τα στοιχεία εκείνα, που στη συνέχεια θα αναπτύξει για να καταλήξει στα έργα της σημερινής του έκθεσης. Ετσι, μέσα σ’ένα αινιγματικό και ακαθόριστο χώρο, όπου κυριαρχούν τα γήινα χρώματα και οι υποβλητικοί τόνοι, εμφανίζονται πολυγωνικά  ”κτίσματα-κουτιά”, σαν ”επιτύμβια” , μέσα στα οποία βρίσκονται, σε διάφορες στάσεις και συμπλέγματα, γύψινα ομοιώματα ανθρώπων, ανθρωποειδή, χωρίς ατομικά χαρακτηριστικά, που βιώνουν σιωπηλά το προσωπικό τους δράμα. Μιά ατμόσφαιρα θανάτου παγιδεύει και ακινητοποιεί τις μορφές και προσδίδει στο έργο ποικίλα νοήματα και συμβολικές προεκτάσεις. 

Με αφετηρία αυτά τα έργα, λοιπόν, ο καλλιτέχνης προχωράει στην επόμενη και τελευταία φάση πριν τη μεγάλη του αποχή, δείγματα της οποίας έχουμε στην παρούσα έκθεση. Κατασκευάζει κουτιά, χωνιά, σημαίες και λάβαρα από χαρτόνι και διάφορα άλλα ευτελή υλικά και τα τοποθετεί σε ποικίλους συνδυασμούς και συνθέσεις, που φωτίζει κατάλλληλα , για να τα ζωγραφίσει στη συνέχεια δημιουργώντας μαγικές πολιτείες, ”τον προσωπικό του ρεαλισμό΄΄, όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος.

Επιστρέφοντας σήμερα, μιλάει ο  ίδιος για την πολύχρονη απουσία του και εξηγεί πως ποτέ δεν εγκατέλειψε τη ζωγραφική, αντίθετα αυτό το διάστημα αποτέλεσε γι’ αυτόν μια γόνιμη περίοδο πειραματισμών, κατάκτησης των εκφραστικών του μέσων, διαμόργωσης του εικαστικού του ιδιώματος, αφομοίωσης και ανανέωσης των προηγούμενων στοιχείων. ‘Ετσι, στην τωρινή του δουλειά οι κατασκευές  γίνονται πλέον αυτοσκοπός. Τα κουτιά, τα χωνιά και οι άνθρωποι με τα λάβαρα και τις σημαίες χρησιμοποιούνται αυτούσια και ενσωματώνονται στη ζωγραφική επιφάνεια, δημιουργώντας συνθέσεις που μπορεί μορφόπλαστικά να συνδέονται με το προηγούμενο έργο του, ωστόσο η αίσθηση που αποπνέουν είναι διαφορετική.

Οι ζωγραφισμένοι και εγκλωβισμένοι άνθρωποι της προηγούμενης φάσης μετατρέπονται σε γλυπτά, το  ίδιο απομονωμένα και σχηματοποιημένα, αλλά περισσότερο ενεργητικά και ζωντανά. 

Ακολουθώντας το ρυθμό μιας παράξενης μελωδίας, αποκολλούνται από τη ζωγραφική επιφάνεια και αρχίζουν να κινούνται ανάλαφρα στο σύμπαν, σιωπηλοί επιβάτες ουράνιων βαγονιών, που ταξιδεύουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο Διάστημα. Ανθρωπόσχημες φόρμες, με φώς στο μέρος της καρδιάς φέγγουν αιωρούμενες. Ολόκρηρα σμήνη από χωνιά, σε διάφορους σχηματισμούς, τριγυρίζουν ακυβέρνητα στον ουρανό.

Πάνω σε ατέρμονες “στήλες-σκαλωσιές”, φαινομενικά προεκτεινόμενες στο άπειρο, ένα θορυβώδες πλήθος ανθρώπων με λάβαρα και χωνιά σαλπίζει, ζητοκραυγάζει ή και διαμαρτύρεται.

Ο καλλιτέχνης εμφανίζει μιά ιδαίτερη εμμονή στο σχήμα του λευκού χωνιού, που κυριαρχεί στο έργο του και σύμφωνα με τον ίδιο μπορεί να αποτελέσει ιδεαλιστικό σύμβολο της αγνότητα, της αθωότητας και της εσωτερικής χαράς. Αυτή η αίσθηση της χαράς και της αισιοδοξίας ενισχύεται δε και από τη χρήση των χρωμάτων που, σ’αυτήν τη φάση, απελευθερώνονται και αποκτούν μεγαλύτερη ποικιλία και ζωντάνια. Σκληρά λευκά φωτίζουν τη ζωγραφική επιφάνεια, σαν προβολείς από μια εξωτερική φωτεινή πηγη, ενισχύοντας τη μυστηριώδη και αινιγματική ατμόσφαιρα του έργου του. Η ζωγραφική του Παπαδόουλου είναι έντονα ηχητική. Οι πίνακές του εκπέμπουν ένα δικό τους ήχο, μια δικιά τους μελωδία. Οταν τους αντικρίζουμε, νομίζουμε ότι ακούμε το στροβίλισμα των κουτιών από το φύσημα του ανέμου, τα συρίγματα των ”χωνιών-κομητών” που διασχίζουν το Διάστημα, το βόμβο του ενθουσιώδους πλήθους των ανθρωποειδών που,σκαρφαλωμένο σε σιδερένιες κατασκευές, διαδηλώνει χειρονομώντας και κραυγάζοντας.  Ο ίδιος ο καλλιτέχνης εξομολογείται ότι η μουσική και οι ήχοι της φύσης πάντα υπήρξαν πηγή έμπνευσής του και συνειδητά θέλησε να τους αποδώσει, όπως και την ατμόσφαιρα γιορτής και αισιοδοξίας που πηγάζει από το έργο του.

Η Ιστορικός τέχνης Βίκυ Σαρακατσιανού γράφει στο περιοδικό ΙΔΑΝΙΚΟ ΣΠΙΤΙ.

Mάρτιος 1998 – Έκθεση GALERY “TITANIUM”