Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ είναι μια ειδική ποιητική περίπτωση ζωγράφου, όπως πρέπει να είναι όλων των αυθεντικών καλλιτεχνών. Η τέχνη είναι γι’αυτόν, μια ανάγκη, μια συνεχής ανίχνευση και ως εκ τούτου μια ανανέωση.
Ο κόσμος, που ζωγραφίζει ο Μιχάλης Παπαδόπουλος είναι ανθρωποκεντρικός, με την καλή σημασία της λέξεως κι όχι με την ελληνική ομφαλοσκοπική έννοια. Οι άνθρωποί του είναι μνημεία εν γενέσει (οπως και τα ερείπια, ή τα τείχη, που τους περικυκλώνουν) και έχουν μια δική τους θανάσιμη ζωή χωφρίς τέλος.
Τα θέματα – θύματά του είναι τόσο ζωντανά, όσο οι ήρωες ή τα σκηνικά ενός σύγχρονου θεατρικού έργου. Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος ”θεάται”, ανακαλύπτοντας για κείνον και για μας, τον κόσμο του. Τα πρόσωπά του θα μπορούσαν να ήσαν ήρωες του Μπέκετ, όπως τα τείχη του, μαζί με τους ”εντοιχισμένους” ανθρώπους, θυμίζουν ποίηση Καβάφη. Ευτυχώς όμως ο ζωγράφος δεν ”κλείστηκε από τόν κόσμο έξω” , ούτε ”ανεπαισθήτως”.
Αναφέρομαι στην παλιά δουλειά του Μιχάλη Παπαδόπουλου,γιατί η καινούργια του δουλειά αποτελεί μια φυσική συνέχεια. Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος ζωγραφίζει επαγγελματικά από το 1960 και παρουσιάζεται μετά από πολλές απουσίες σε ατομικές Εκθέσεις, (εκτός από τις ομαδικές Εκθέσεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό) στις ”Νέες Μορφές” το 1974,και στον ”Κρεωνίδη” το 1979, χωρίς όμως να σταματάει να εργάζεται στο στούντιό του, ούτε μια μέρα. Η τελευταία μεγάλη απουσία του οφείλεται στο καινούργιο πάθος του, να μετατρέψει, μέσα από το φίλτρο της ζωγραφικής του, τα σχέδιά του, σε γλυπτική μορφή. Εάν στην παληά του δουλειά έβλεπες αγάλματα στη ζωγραφική του, τώρα βλέπεις ζωγραφική στα ”γλυπτά” του.
Η ”πραγματεία ”θανάτου” όπως είχε χαρακτηρίσει το 1979 τα ”επιτύμβιά” του, η τεχνοκριτικός Βεατρίκη Σπηλιάδη γίνεται σήμερα ”πραγματεία ζωής”, ή τουλάχιστον φαίνεται περισσότερο έτσι τώρα, με το νέο κτίσιμο των έργων του.
Επί δεκαεπτά χρόνια ο Μιχάλης Παπαδόπουλος παιδεύεται και παιδεύει με τις συνθέσεις του και το νέο υλικό του – χαρτονένια κουτιά, χωνιά και άλλα διάφορα καθημερινά αντικείμενα – για να ολοκληρώσει τον καινούργιο κόσμο του, που αποτελεί μια νέα ενότητα ή μια ολοκλήρωση της παληάς δουλειάς του. Μ’αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε ο σημερινός ποιητικός κόσμος του: οι εύμορφες όρθιες κατασκευές, με τα σύρματα και τα ανθρωπάκια, τα χωνάκια και τις μη ”μεσίστειες” πια σημαίες. ‘Ενα ”θέαμα” δουλεμένο καθημερινά απ’τον δημιουργό στο εργαστήριό του, στην κορυφή ενός λόφου, όπου πρωτεύοντα ρόλο ενέργειας παίζει ο βουνίσιος άνεμος. Και ξαφνικά εκεί οι πίνακες ”μνημειοποιήθηκαν”, έγιναν κατασκευές μ’ανακατεμένα τα σύρματα με τ’ανθρωπάκια, τα χωνιά και τις σημαιούλες, για να κινηθούν μουσικά, δηλαδή θεατρικά για μας. Κ’εδώ ττο χρώμα παίζει το ρόλο του χιούμορ στο καινούργιο παιγνίδι (play) του Μιχάλη Παπαδόπουλου, ένα πολύπρακτο έργο ζωής που συνεχίζεται πιο ”ούρια”.
Η κριτικός ‘Εφη Ανδρεάδη, όχι άδικα είχε βρει το 1974 μια συγγένεια του ”χτιστού” κόσμου του ζωγράφου, με κάποια σχέδια του Henry Moore. Αλλά οι αναφορές σ’άλλους δημιουργούς και οι επιρροές τους είναι κάτι που δεν μου πάει. Αν το κάνω σ’αυτό το κείμενο είναι γιατί η αναφορά στον Μοορε, ενός κατ’ εξοχήν υμνητού της ζωής, ίσως αποδεικνύει πως ο Μιχάλης Παπαδόπουλος έκρυβε πάντοτε μια αισιοδοξία μέσα του, άσχετα αν η αισιοδοξία τελικά τον οδηγούσε στον δρόμο της απαισιοδοξίας με τις στιγμιαίες διαρκείς απογοητεύσεις που του χάριζαν οι κάθε πλησίον.
Κι εδώ σταματούν οι συγγένειες κυρίως με τον Henry Moore, γιατί όπως έίπα στην αρχή ο κόσμος του Μιχάλη Παπαδόπουλου είναι θεατρικός. ‘Οπως άλλωστε – μια τελευταία παρομοίωση – ήταν κι ο κόσμος του Βαν Γκόγκ, ενός ζωγράφου του οποίου η ζωή, ίσως οδήγησε το Μιχάλη Παπαδόπουλο, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, στην ζωγραφική.
”Τέλος του παιχνιδιού” αυτού του προλόγου – επιλόγου, για τον θαυμαστό ”θεατρικό”κόσμο του Μιχάλη Παπαδόπουλου.Και μια τελευταία παρατήρηση για το ενδιαφέρον του και την αγάπη του για τη ζωή και το σήμερα των “κεκλεισμένων των τειχών” ανθρώπων του. Ακόμα και τα πρώτα του ”επιτύμβια” ήσαν κατά βάθος ”επιθαλάμια”. Κι αυτός ο έρως του για τη ζωή, τον βοηθεί και θα τον βοηθεί πάντοτε να συνεχίζει τη ζωγραφική και τη ζωή του.
Έκθεση Μάρτιος 1998 GALLERIE “TITANIUM”
Γράφει ο συγγραφέας Πάρις Τακόπουλος.