Αθηνά Σχινά

O ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ξεκίνησε ώς σχεδιαστής και ζωγράφος, έχοντας σπουδάσει στήν Académie de la Grande Chaumière του Παρισιού. Καλλιτέχνης που απ’τήν αρχή εμβάθυνε στίς ποιότητες, στίς εσωτερικές εντάσεις, στούς τονικούς συσχετισμούς του χρώματος και στον διάλογο επιφανείας και βάθους των πεδίων που δημιουργούσε, πέρασε γρήγορα στίς δομοκατασκευαστικές αντιλήψεις της φόρμας. Μιάς φόρμας που συνδύαζε, απ’την μιά πλευρά την αναφορικότητα στο συγκεκριμένο με την αφαιρετική τυπολογία και από την άλλη πλευρά την δωρική αυστηρότητα με τον φωτοτροπικό ρυθμό στα έργα του.  Τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά του εντοπίζονται σε πολλά απο τα σχέδια και την ζωγραφική της πρώτης του περιόδου. 

Η ευαισθησία ωστόσο του καλλιτέχνη και  η συνεχής του έρευνα γύρω από την φύση και την σύσταση των υλικών του, τόν ώθησαν να επιζητήσει εγκαίρως την διαμόρφωση πλαστικών και αναγλυφοποιημένων εικαστικών έργων, ανοίγοντας μιά συνομιλία με την τρίτη διάσταση.

Παρεμφερείς αναγκαιότητες ώθησαν αρκετούς παλαιότερα ζωγράφους, που πειραματίζονταν με τα ιδιώματα του εξπρεσσιονισμού και του μετεξπρεσσιονισμού να διεκδικήσουν νέες τότε διατυπώσεις, διαπραγματευομενοι εκφραστικά με την τρίτη διάσταση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο Μιχάλης Παπαδόπουλος έστρεψε πρός άλλους προσανατολισμούς το ενδιαφέρον του. Η αφαίρεση δεν υπήρξε γι’αυτόν τον καλλιτέχνη μιά κατάκτηση της φόρμας, ούτε μιά δευτεροβάθμια αναγωγή της χειρονομίας. Διαμορφώθηκε ώς μιά περιστατωμένη και σύνθετη σύλληψη φόρμας, χώρου και φωτός, η οποία εμπεριείχε δυναμικούς άξονες που παρέπεμπαν σε μιά υπόγεια γεωμετρία, όχι εγκεφαλική, αλλά ρυθμοτεχνική. 

Η ανθρωπόμορφη τυπολογία του μετατράπηκε σε έναν στερεομετρικό χάρτη σημείων αναφοράς και σημάτων αγωγιμότητας, σάν να επρόκειτο για ενδείξεις ενεργειακών φορτίων. Και πράγματι, άν παρατηρήσει κανείς τα έργα του Μιχάλη Παπαδόπουλου, θα διακρίνει την τάση του καλλιτέχνη να φανερώνει τις υποκρυπτόμενες ενέργειες, δράσεις κι αλληλουχίες μιά ολόκληρης στρωματογραφίας καταστάσεων που υπερακοντίζουν την εντύπωση, εμπερικλείοντας αφενός την μετουσίωση της χειρονομίας που προβάλλει ως εμπράγματη νοητική διάσταση και την φαινομενολογία αφετέρου που εμφανίζεται ως μιά σειρά οντολογικών και υπαρξιακών διερωτημάτων,γύρω εντέλει από την <<ελαφρότητα του είναι>>.

Τα υλικά, στα έργα αυτά, επιλέγονται με ακρίβεια, ευλάβεια και προσοχή, για να αξιοποιηθούν ένα προς ένα απο τα χέρια του ζωγράφου, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιεί όπου του είναι απαραίτητο την παλέττα του, αλλά δεν περιορίζεται μόνον σ’αυτήν. Ζωγραφίζει και  μέσα από τα υλικά του, απο το σχήμα τους που διαμορφώνει (ξυλινα ανθρωπάκια, αστεροειδή, σταυροί, σύρματα, γάζες, χαρτονένια χωνιά, βέργες) τους προσθέτει τον αναγκαίο κατά περίπτωση χρωματικό τόνο, καθώς αναδεικνύει την υφή και την χροιά του καθενός. Με επιδεξιότητα και έμπνευση μεταχειρίζεται κατάλληλα την διαφάνεια του υλικού, τις αναδιπλώσεις του, τις αποστάσεις, τις ερριμένες σκιές, την αντανακλαστικότητα και κυρίως την ακριβή θέση που καταλαμαβάνει καθένα απ’αυτά στην συνθεση, καθ’ήν στιγμήν τα συγκεκριμένα στοιχεία προσδιορίζουν τους αναδυόμενους μέσα απ’ την δομή συσχετισμούς εκείνους που μπορούν να εκκολάψουν –  μέσα από τις οπτικές λειτουργίες – την μεταφορικότητα, την αλληγορία και τον συνειρμό.

Το ιδίωμα των ανάγλυφων ζωγραφικών έργων και των <<κατασκευών>> του Μιχάλη Παπαδόπουλου είναι σύνθετο. Διαθέτει μινιμαλιστικά στοιχεία και κονστρουκβιστική αντίληψη. Εκτός αυτών, τα έργα του διαπνέονται απο μιά σκηνοθετική και σκηνογραφική κυρίως θεατρική ατμόσφαιρα, θαρρώντας κανείς πως αντικρίζει μια υποδομή πάνω στην οποία έχουν ήδη συμβεί ή πρόκειται να συμβούν γεγονότα. Δεν είναι, πιστεύω, τυχαίο, ότι βλέποντας για πρώτη φορά τα έργα του, μου ήρθε στο νού ο ποιητικός στίχος του Αισχύλου <<αστέρων κάτοιδα νυκτέρων ομήγυριν>>,όταν ο σοφός εκείνος αρχαίος δραματουργός βάζει τα λόγια αυτά να εξαγγέλλονται από τον φρουρό, έξω από την Πύλη των Ατρειδών, όπου θέλοντας εκείνος ο προπομπός να αφηγηθεί κριπτογραφικά και ταυτοχρόνως μετωνυμικά τί έχει συμβεί και τι προμαντεύει πως θα συμβεί απ’τα δεινά της μοίρας, ξεκινά <<διαβάζοντας>> τις νυχτερινές τροχιές των αστέρων και τα άδηλα για την ανθρώπινη ύπαρξη σημάδια τους, ώς ουράνια ερωτηματικά. 

Αν θυμήθηκα τον Αισχύλειο στίχο, είναι γιατί τα έργα του Μιχάλη Παπαδόπουλου, (που λειτουργούν χωροπλαστικά, σημαδεύοντας, τονίζοντας, τροχιοδρομώντας και νοηματοδοτώντας το κενό), εκτός από την ζωντάνια, τον παλμό τους, τις εσωτερικές τους αυξομειώσεις εντάσεων σχετικά με την διαλεκτική του φωτός και τις διαβαθμίσεις των σκιάσεων, διαθέτουν επιπλέον και μιά μεταφυσική ατμόσφαιρα, που υπερβαίνει κάθε μηχανιστική ή κατασκευαστική λογική. Σ’αυτήν άλλωστε την αίσθηση βασίζεται και ο ελεγειακός τους χαρακτήρας. Προβάλλουν σαν μήτρες που γονιμοποιούν τόν χώρο, αναδύοντας τίς μορφογεννετικές του δυνατότητες κι απ’τήν άλλη πλευρά εμφανίζονται ώς συστήματα από τροχιές και χοάνες, όπου η ύπαρξη απορροφάται και χάνεται για να μεταμορφωθεί και να μεταβληθεί, -σύμφωνα με τις νομοτέλειες της φύσης και της ανθρώπινης φαντασίας – στήν πανταχού παρούσα και αενάως θάλλουσα βλάστηση της ουτοπίας.

Τα <<χωροδιαστήματα>> που παρουσιάζουν, μέσα από μιά ποικιλία ρυθμικών συστημάτων, τα έργα του Μιχάλη Παπαδόπουλου, μετατρέπονται ταυτοχρόνως σε <<χρονοδιαστήματα>> που περιλαμβάνουν, ανασυγκροτούν αλλά και υπερβαίνουν την ανθρώπινη παρουσία- χωρίς να την εξαιρούν – ενώνοντας το παρελθόν με το μέλλον, τον τόπο με την ουτοπία, την μικροκλίμακα με την μεγακλίμακα και το γνωστό με τα παράδοξα, καθώς αποκαλύπτουν την χοϊκότητα εμποτισμένη απο μιά υπεραισθητή πραγματτικότηα. Μιά πραγματικότητα που μπορει να χωρέσει στήν παλάμη του ενός χεριού, ώς παίγνιο, μα περισσότερο ώς αναπάντητο αίνιγμα.

Έκθεση Μάρτιος 2004 GALLERIE “TITANIUM” 

Γράφει η Κριτικός και Ιστορικός Τέχνης  Αθηνά Σχινά.